Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El persona de interés
01
πρόσωπο ενδιαφέροντος
un individuo que puede tener información relevante sobre un caso o que está siendo investigado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
personas de interés
Παραδείγματα
Varias personas de interés fueron interrogadas ayer por la tarde.
Πρόσωπο ενδιαφέροντος ανακρίθηκε χθες το απόγευμα.



























