el soplo
sop
ˈsɔp
sawp
lo
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "soplo"στα ισπανικά

01

πληροφορία, εμπιστευτική πληροφόρηση

una información secreta o un aviso confidencial dado a la autoridad, especialmente sobre un delito 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soplos
Παραδείγματα
La policía recibió un soplo anónimo sobre el robo. 

Η αστυνομία έλαβε ένα ανώνυμο soplo για τη ληστεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store