Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soportar
[past form: soporté][present form: soporto]
01
ανέχομαι
aguantar algo difícil o desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
soporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
soporta
ενεστώτα μετοχή
soportando
απλός αόριστος
soporté
παθητική μετοχή
soportado
Παραδείγματα
No soporto esperar mucho tiempo.
Δεν αντέχω να περιμένω πολύ.



























