Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delatar
01
καταδίδω, προδίδω
revelar o denunciar a una persona o sus acciones, especialmente de forma secreta o traicionera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
delato
γ΄ ενικό πρόσωπο
delata
ενεστώτα μετοχή
delatando
απλός αόριστος
delató
παθητική μετοχή
delatado
Παραδείγματα
Nadie en el barrio quería delatar al ladrón por miedo a represalias.
Κανείς στη γειτονιά δεν ήθελε να καταγγείλει τον κλέφτη από φόβο αντίποινα.



























