el deleite

Ορισμός και σημασία του "deleite"στα ισπανικά

01

ευχαρίστηση, απόλαυση

un placer intenso, alegría o disfrute profundo, especialmente derivado de algo que encanta los sentidos o el espíritu
el deleite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Sus ojos brillaban de deleite al abrir el regalo.
Τα μάτια της λάμπανε από ευχαρίστηση καθώς άνοιχε το δώρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store