el deleite
de
de
ντε
lei
ˈlej
λεγ
te
te
τε

Ορισμός και σημασία του "deleite"στα ισπανικά

01

ευχαρίστηση, απόλαυση

un placer intenso, alegría o disfrute profundo, especialmente derivado de algo que encanta los sentidos o el espíritu 
el deleite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El sabor del chocolate era un puro deleite. 

Η γεύση της σοκολάτας ήταν καθαρή ευχαρίστηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store