Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deleite
01
ευχαρίστηση, απόλαυση
un placer intenso, alegría o disfrute profundo, especialmente derivado de algo que encanta los sentidos o el espíritu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El sabor del chocolate era un puro deleite.
Η γεύση της σοκολάτας ήταν καθαρή ευχαρίστηση.



























