Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incriminatorio
01
κατηγορηματικός, ενοχοποιητικός
que sirve para acusar o hacer parecer culpable a alguien de un delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incriminatorio
αρσενικό πληθυντικό
incriminatorios
θηλυκό ενικό
incriminatoria
θηλυκό πληθυντικό
incriminatorias
Παραδείγματα
Encontraron documentos incriminatorios en su ordenador.
Βρήκαν κατηγορητήρια έγγραφα στον υπολογιστή του.



























