Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incriminatorio
01
κατηγορηματικός, ενοχοποιητικός
que sirve para acusar o hacer parecer culpable a alguien de un delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incriminatorio
αρσενικό πληθυντικό
incriminatorios
θηλυκό ενικό
incriminatoria
θηλυκό πληθυντικό
incriminatorias
Παραδείγματα
La grabación contenía conversaciones incriminatorias.
Η ηχογράφηση περιείχε συνομιλίες ενοχοποιητικές.



























