Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El apresamiento
01
σύλληψη, κατάληψη
la acción de capturar o apresar a una persona o embarcación
Παραδείγματα
El apresamiento fue rápido y sin bajas.
Το απρεσαμιέντο ήταν γρήγορο και χωρίς απώλειες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σύλληψη, κατάληψη