Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llevar a comisaría
01
οδηγώ στο αστυνομικό τμήμα, παίρνω στο αστυνομικό τμήμα
conducir o transportar a una persona detenida o sospechosa a la estación de policía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
llevo a comisaría
γ΄ ενικό πρόσωπο
lleva a comisaría
ενεστώτα μετοχή
llevando a comisaría
απλός αόριστος
llevó a comisaría
παθητική μετοχή
llevado a comisaría
Παραδείγματα
La policía tuvo que llevar a comisaría a tres manifestantes.
Η αστυνομία έπρεπε να μεταφέρει στο αστυνομικό τμήμα τρεις διαδηλωτές.



























