el arresto
a
a
a
rres
ˈres
res
to
to
to
apresto

Ορισμός και σημασία του "arresto"στα ισπανικά

01

σύλληψη, κράτηση

la acción de detener legalmente a una persona bajo sospecha de un delito 
el arresto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrestos
Παραδείγματα
El arresto del hombre armado ocurrió en el centro comercial. 

Η σύλληψη του ένοπλου άνδρα έγινε στο εμπορικό κέντρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store