Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recluir
01
φυλακίζω, απομονώνω
encerrar o confinar a una persona en un lugar, especialmente en una institución como una prisión o un hospital psiquiátrico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recluyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recluye
ενεστώτα μετοχή
recluyendo
απλός αόριστος
recluyó
παθητική μετοχή
recluido
Παραδείγματα
El juez ordenó recluir al acusado hasta el juicio.
Ο δικαστής διέταξε να φυλακιστεί ο κατηγορούμενος μέχρι τη δίκη.



























