la sanción
san
san
san
ción
ˈθjɔn
thyawn
tensiónneutrónbutacóncolchón

Ορισμός και σημασία του "sanción"στα ισπανικά

01

κύρωση, ποινή

una medida penal o disciplinaria impuesta por una autoridad por una violación de la ley o una norma 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sanciones
Παραδείγματα
La sanción por exceso de velocidad es una multa. 

Η κύρωση για υπέρβαση ταχύτητας είναι πρόστιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store