Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El reformatorio
01
διορθωτήριο, ιδρυμα αναμόρφωσης
una institución correccional para jóvenes delincuentes donde reciben educación y disciplina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reformatorios
Παραδείγματα
Los internos del reformatorio asisten a clases.
Οι κρατούμενοι του διορθωτηρίου παρακολουθούν μαθήματα.



























