Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El condenado a cadena perpetua
01
una persona sentenciada a pasar el resto de su vida en prisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
condenados a cadena perpetua
Παραδείγματα
El condenado a cadena perpetua apeló su sentencia.



























