Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conductor ebrio
01
μεθυσμένος οδηγός, οδηγός υπό την επήρεια αλκοόλ
una persona que conduce un vehículo bajo los efectos del alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conductores ebrios
Παραδείγματα
El conductor ebrio perdió el control de su vehículo.
Ο μεθυσμένος οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός του.



























