Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conectar
01
συνδέω, συνδέομαι
unirse a una red, sistema o servicio digital
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
conecta
ενεστώτα μετοχή
conectando
απλός αόριστος
me conecté
παθητική μετοχή
conectado
Παραδείγματα
Nos conectamos para ver la película juntos.
Συνδεόμαστε για να δούμε την ταινία μαζί.



























