Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El crimen organizado
01
οργανωμένο έγκλημα
la actividad delictiva planificada y ejecutada por grupos estructurados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crímenes organizados
Παραδείγματα
El lavado de dinero es clave para el crimen organizado.
Το ξέπλυμα χρήματος είναι κλειδί για το οργανωμένο έγκλημα.



























