Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El apuñalamiento
01
μαχαιριά, μαχαιρώνω
el acto de herir o matar a alguien clavándole un objeto afilado, como un cuchillo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
apuñalamientos
Παραδείγματα
Fue un apuñalamiento por la espalda y por sorpresa.
Ήταν μια μαχαιριά από πίσω και από έκπληξη.



























