el latrocinio
lat
ˌlat
lat
ro
ɾo
ro
cin
ˈθin
thin
io
jo
yo
predominioprotactiniogadolinioaluminio

Ορισμός και σημασία του "latrocinio"στα ισπανικά

01

κλοπή, ληστεία

el acto de robar bienes ajenos, especialmente de forma violenta o grave 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Fue acusado de latrocinio por robar el banco. 

Κατηγορήθηκε για latrocinio για τη ληστεία της τράπεζας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store