el lavadero
la
la
la
va
ba
ba
de
ˈðe
dhe
ro
ɾo
ro
lavandero

Ορισμός και σημασία του "lavadero"στα ισπανικά

01

πλυντήριο, χώρος πλυσίματος

habitación o lugar donde se lava la ropa 
el lavadero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lavaderos
Παραδείγματα
Colocamos la lavadora en el lavadero. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store