Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lastimar
01
τραυματίζω
causar daño físico o emocional a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lastimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lastima
ενεστώτα μετοχή
lastimando
απλός αόριστος
lastimó
παθητική μετοχή
lastimado
Παραδείγματα
El jugador se lastimó durante el entrenamiento.
Ο παίκτης τραυματίστηκε κατά την προπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
lastimar
las
timar



























