lastimar
las
las
λασ
ti
ˈti
τι
mar
maɾ
μαρ

Ορισμός και σημασία του "lastimar"στα ισπανικά

lastimar
01

τραυματίζω

causar daño físico o emocional a alguien o algo 
lastimar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lastimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lastima
ενεστώτα μετοχή
lastimando
απλός αόριστος
lastimó
παθητική μετοχή
lastimado
Παραδείγματα
Se lastimó el brazo al caer. 

Τραυμάτισε το χέρι του όταν έπεσε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lastimar

las

+

timar

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store