Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lastimar
01
τραυματίζω
causar daño físico o emocional a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lastimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lastima
ενεστώτα μετοχή
lastimando
απλός αόριστος
lastimó
παθητική μετοχή
lastimado
Παραδείγματα
Se lastimó el brazo al caer.
Τραυμάτισε το χέρι του όταν έπεσε.
Λεξικό Δέντρο
lastimar
las
timar



























