Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El incendio provocado
01
εμπρησμός, σκόπιμος εμπρησμός
el delito de provocar un fuego de manera intencionada y ilegal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
incendios provocados
Παραδείγματα
La policía investiga el caso como un incendio provocado.
Η αστυνομία ερευνά την υπόθεση ως εμπρησμό.



























