Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amotinar
01
εξεγείρομαι, στασιάζω
sublevarse o rebelarse contra la autoridad de forma violenta y desordenada en grupo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
amotino
γ΄ ενικό πρόσωπο
amotina
ενεστώτα μετοχή
amotinando
απλός αόριστος
amotinó
παθητική μετοχή
amotinado
Παραδείγματα
Los marineros se amotinaron y arrojaron al oficial por la borda.
Οι ναύτες εξεγέρθηκαν και πέταξαν τον αξιωματικό στη θάλασσα.



























