Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amotinar
01
εξεγείρομαι, στασιάζω
sublevarse o rebelarse contra la autoridad de forma violenta y desordenada en grupo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
amotino
γ΄ ενικό πρόσωπο
amotina
ενεστώτα μετοχή
amotinando
απλός αόριστος
amotinó
παθητική μετοχή
amotinado
Παραδείγματα
Los presos se amotinaron en el patio de la prisión.
Οι κρατούμενοι εξεγέρθηκαν στην αυλή της φυλακής.
LanGeek



























