Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amoldar
01
πλάθω, μορφοποιώ
dar forma a una materia blanda hasta ajustarla a un molde o forma concreta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amoldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amolda
ενεστώτα μετοχή
amoldando
απλός αόριστος
amoldó
παθητική μετοχή
amoldado
Παραδείγματα
La artista amolda la cera antes de que se enfríe.
Ο καλλιτέχνης διαμορφώνει το κερί πριν κρυώσει.
02
προσαρμόζω, εναρμονίζω
adaptar o ajustar algo a una situación o condición
Παραδείγματα
Amoldaron el plan a las circunstancias.
Προσάρμοσαν το σχέδιο στις συνθήκες.
03
προσαρμόζομαι, εγκλιματίζομαι
adaptarse o ajustarse a una situación, cambio o condición
Παραδείγματα
Se amoldaron a las condiciones del trabajo.
Προσαρμόστηκαν amoldar στις συνθήκες εργασίας.



























