Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amoldar
01
πλάθω, μορφοποιώ
dar forma a una materia blanda hasta ajustarla a un molde o forma concreta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amoldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amolda
ενεστώτα μετοχή
amoldando
απλός αόριστος
amoldó
παθητική μετοχή
amoldado
Παραδείγματα
Amoldó la arcilla hasta crear una figura perfecta.
Έπλασε τον πηλό μέχρι να δημιουργήσει ένα τέλειο σχήμα.
02
προσαρμόζω, εναρμονίζω
adaptar o ajustar algo a una situación o condición
Παραδείγματα
Tuvo que amoldar su horario al trabajo.
Έπρεπε να προσαρμόσει το πρόγραμμά του στην εργασία.
03
προσαρμόζομαι, εγκλιματίζομαι
adaptarse o ajustarse a una situación, cambio o condición
Παραδείγματα
Se amoldó a su nueva vida en el extranjero.
Προσαρμόστηκε στη νέα του ζωή στο εξωτερικό.



























