Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
robar el auto
01
κλέβω ένα όχημα χρησιμοποιώντας βία ή απειλές, ληστεύω αυτοκίνητο υπό απειλή
robar un vehículo usando fuerza o amenazas contra su conductor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
robo
γ΄ ενικό πρόσωπο
roba
ενεστώτα μετοχή
robando
απλός αόριστος
robó
παθητική μετοχή
robado
Παραδείγματα
Fue condenado a diez años de prisión por robar un auto a mano armada.
Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση για κλοπή αυτοκινήτου με όπλο.



























