robar
ro
ro
ro
bar
ˈβaɾ
bar
rogarrodar

Ορισμός και σημασία του "robar"στα ισπανικά

01

κλέβω

quitar algo a alguien sin su permiso y con intención de quedárselo 
robar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
robo
γ΄ ενικό πρόσωπο
roba
ενεστώτα μετοχή
robando
απλός αόριστος
robé
παθητική μετοχή
robado
Παραδείγματα
Alguien robó mi cartera en el metro. 

Κάποιος έκλεψε το πορτοφόλι μου στο μετρό.

02

τραβώ, παίρνω

tomar una carta del mazo o del montón durante un juego 
Παραδείγματα
Es tu turno, tienes que robar una carta del mazo. 

Είναι η σειρά σου, πρέπει να τραβήξεις μια κάρτα από την τράπουλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store