Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
robar
01
κλέβω
quitar algo a alguien sin su permiso y con intención de quedárselo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
robo
γ΄ ενικό πρόσωπο
roba
ενεστώτα μετοχή
robando
απλός αόριστος
robé
παθητική μετοχή
robado
Παραδείγματα
Alguien robó mi cartera en el metro.
Κάποιος έκλεψε το πορτοφόλι μου στο μετρό.
02
τραβώ, παίρνω
tomar una carta del mazo o del montón durante un juego
Παραδείγματα
Es tu turno, tienes que robar una carta del mazo.
Είναι η σειρά σου, πρέπει να τραβήξεις μια κάρτα από την τράπουλα.



























