Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timar
01
εξαπατώ, κλέβω
engañar a alguien para quitarle dinero, especialmente de manera astuta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
timo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tima
ενεστώτα μετοχή
timando
απλός αόριστος
timó
παθητική μετοχή
timado
Παραδείγματα
Un hombre en la calle intentó timarme con el clásico juego del triler.
Ένας άνδρας στο δρόμο προσπάθησε να timar με το κλασικό παιχνίδι του κελύφους.



























