timar
ti
ti
τι
mar
ˈmaɾ
μαρ
tomartirar

Ορισμός και σημασία του "timar"στα ισπανικά

01

εξαπατώ, κλέβω

engañar a alguien para quitarle dinero, especialmente de manera astuta 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
timo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tima
ενεστώτα μετοχή
timando
απλός αόριστος
timó
παθητική μετοχή
timado
Παραδείγματα
Un hombre en la calle intentó timarme con el clásico juego del triler. 

Ένας άνδρας στο δρόμο προσπάθησε να timar με το κλασικό παιχνίδι του κελύφους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store