Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ola de crímenes
01
κύμα εγκληματικότητας, κύμα εγκλημάτων
un aumento significativo y repentino de la actividad criminal en un área
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
olas de crímenes
Παραδείγματα
La ciudad está sufriendo una ola de crímenes sin precedentes.
Η πόλη βιώνει ένα απροσδόκητο κύμα εγκλημάτων.



























