Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ola de crímenes
01
κύμα εγκληματικότητας, κύμα εγκλημάτων
un aumento significativo y repentino de la actividad criminal en un área
Παραδείγματα
La ola de crímenes ha afectado negativamente al turismo en la región.
Το κύμα εγκλημάτων έχει επηρεάσει αρνητικά τον τουρισμό στην περιοχή.



























