Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el despachador de trenes
/dˌespatʃaðˈɔɾ ðe tɾˈenes/
El despachador de trenes
01
εκμεταλλευτής τρένων, ρυθμιστής σιδηροδρομικής κυκλοφορίας
la persona que controla y coordina el movimiento de los trenes en una zona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
despachadores de trenes
Παραδείγματα
El trabajo del despachador de trenes requiere nervios de acero y gran capacidad de concentración.
Η εργασία του εκπεμπόμενου τρένων απαιτεί νεύρα από ατσάλι και μεγάλη ικανότητα συγκέντρωσης.



























