Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calar
01
σβήνει, σταματά
pararse el motor de un vehículo de forma brusca e involuntaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cala
ενεστώτα μετοχή
calando
απλός αόριστος
caló
παθητική μετοχή
calado
Παραδείγματα
El camión diésel caló por el frío extremo.
Το ντιζελοκίνητο φορτηγό έσβησε λόγω του ακραίου κρύου.



























