calar
ca
ka
ka
lar
ˈlaɾ
lar
calorcavarcalamarcolar

Ορισμός και σημασία του "calar"στα ισπανικά

01

σβήνει, σταματά

pararse el motor de un vehículo de forma brusca e involuntaria 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cala
ενεστώτα μετοχή
calando
απλός αόριστος
caló
παθητική μετοχή
calado
Παραδείγματα
El coche caló al salir en una cuesta muy pronunciada. 

Το αυτοκίνητο έσβησε ξεκινώντας σε μια πολύ απότομη ανηφόρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store