Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calar
01
σβήνει, σταματά
pararse el motor de un vehículo de forma brusca e involuntaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cala
ενεστώτα μετοχή
calando
απλός αόριστος
caló
παθητική μετοχή
calado
Παραδείγματα
El coche caló al salir en una cuesta muy pronunciada.
Το αυτοκίνητο έσβησε ξεκινώντας σε μια πολύ απότομη ανηφόρα.



























