calar
Pronunciation
/kalˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "calar"στα ισπανικά

01

σβήνει, σταματά

pararse el motor de un vehículo de forma brusca e involuntaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cala
ενεστώτα μετοχή
calando
απλός αόριστος
caló
παθητική μετοχή
calado
Παραδείγματα
El camión diésel caló por el frío extremo.
Το ντιζελοκίνητο φορτηγό έσβησε λόγω του ακραίου κρύου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store