la corta
cor
ˈkɔɾ
kawr
ta
ta
ta
costacorvacarta

Ορισμός και σημασία του "corta"στα ισπανικά

01

χαμηλά φώτα, φώτα διασταυρώσεως

la luz de cruce, menos potente para no deslumbrar a otros conductores 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cortas
Παραδείγματα
Siempre lleva las cortas puestas de noche en ciudad. 

Οδηγεί πάντα με τα φώτα πορείας αναμμένα τη νύχτα στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store