el monociclo
mo
ˌmo
mo
no
no
no
cic
ˈθik
thik
lo
lo
lo
triciclocuatriciclociclo

Ορισμός και σημασία του "monociclo"στα ισπανικά

01

μονόκυκλο

un vehículo de una sola rueda con pedales 
el monociclo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monociclos
Παραδείγματα
El artista callejero se equilibraba en un monociclo. 

Ο δρόμιος καλλιτέχνης ισορροπούσε σε ένα μονόκυκλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store