precipitar
pre
ˌpɾe
pre
ci
θi
thi
pi
pi
pi
tar
ˈtaɾ
tar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "precipitar"στα ισπανικά

precipitar
01

ορμώ, εφορμώ

lanzarse o moverse muy rápido y de forma repentina 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
precipito
γ΄ ενικό πρόσωπο
precipita
ενεστώτα μετοχή
precipitando
απλός αόριστος
precipitó
παθητική μετοχή
precipitado
Παραδείγματα
Se precipitó hacia la puerta al oír el timbre. 

Έσπευσε προς την πόρτα ακούγοντας το κουδούνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store