Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
precipitar
01
ορμώ, εφορμώ
lanzarse o moverse muy rápido y de forma repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
precipito
γ΄ ενικό πρόσωπο
precipita
ενεστώτα μετοχή
precipitando
απλός αόριστος
precipitó
παθητική μετοχή
precipitado
Παραδείγματα
Se precipitó hacia la puerta al oír el timbre.
Έσπευσε προς την πόρτα ακούγοντας το κουδούνι.



























