Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zambullir
01
βουτώ, βυθίζομαι
lanzarse o sumergirse rápidamente en el agua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
zambullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
zambulle
ενεστώτα μετοχή
zambullendo
απλός αόριστος
zambulló
παθητική μετοχή
zambullido
Παραδείγματα
No te zambullas ahí, el agua es muy poco profunda.
Μην βουτήξεις εκεί, το νερό είναι πολύ ρηχό.



























