la zapatería
za
θa
tha
pa
pa
pa
ter
ˈteɾi
teri
ía
a
a
autonomíafilosofíaetnologíageriatría

Ορισμός και σημασία του "zapatería"στα ισπανικά

01

κατάστημα υποδημάτων, τσαγκαρείο

tienda donde se venden zapatos 
la zapatería definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
zapaterías
Παραδείγματα
Fui a la zapatería para comprar zapatos nuevos. 

Πήγα στη zapatería για να αγοράσω καινούρια παπούτσια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store