Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gorra de béisbol
01
καπέλο μπέιζμπολ
una gorra con una visera rígida y redondeada al frente, originalmente asociada al uniforme de béisbol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gorras de béisbol
Παραδείγματα
Su gorra de béisbol favorita estaba muy gastada y descolorida.
Το αγαπημένο του καπέλο μπέιζμπολ ήταν πολύ φθαρμένο και ξεθωριασμένο.



























