el año sabático
a
ˈa
a
ño
ɲo
nio
sabá
saβa
saba
ti
ti
ti
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "año sabático"στα ισπανικά

El año sabático
01

έτος διακοπών, έτος διαλείμματος

un año de descanso que toman algunos estudiantes antes o durante sus estudios 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
años sabáticos
Παραδείγματα
Se tomó un año sabático para viajar por Asia. 

Πήρε ένα χρόνο άδειας για να ταξιδέψει στην Ασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store