Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El año
01
χρόνος
período de doce meses que forma una unidad de tiempo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
años
Παραδείγματα
El año tiene doce meses.
Ο χρόνος έχει δώδεκα μήνες.
02
ακαδημαϊκό έτος
período de estudios escolares o universitarios que corresponde a un ciclo académico
Παραδείγματα
Estoy en el último año de la universidad.
Είμαι στο τελευταίο έτος του πανεπιστημίου.



























