vocacional
Pronunciation
/bˌokaθjonˈal/

Ορισμός και σημασία του "vocacional"στα ισπανικά

vocacional
01

επαγγελματικός, επαγγελματικής κατάρτισης

relacionado con la formación para un oficio o profesión específica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vocacional
αρσενικό πληθυντικό
vocacionales
θηλυκό ενικό
vocacional
θηλυκό πληθυντικό
vocacionales
Παραδείγματα
Las cualificaciones vocacionales son muy valoradas.
Οι επαγγελματικές προσόντα είναι πολύ αξιόλογες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store