Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El columnista
01
συντακτικός, αρθρογράφος
un periodista que escribe una columna regular de opinión en un medio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
columnistas
Παραδείγματα
El columnista escribe sobre política cada domingo en el periódico.
Ο αρθρογράφος γράφει για την πολιτική κάθε Κυριακή στην εφημερίδα.



























