Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sintonizar
01
συντονίζω, προσαρμόζω
ajustar un receptor para captar una emisora o canal específico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sintonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sintoniza
ενεστώτα μετοχή
sintonizando
απλός αόριστος
sintonizó
παθητική μετοχή
sintonizado
Παραδείγματα
¿Puedes sintonizar el canal de deportes, por favor?
Μπορείς να συντονίσεις το αθλητικό κανάλι, παρακαλώ;



























