el audio
audio
au̯ðjo
aoodhyo
odio

Ορισμός και σημασία του "audio"στα ισπανικά

01

ήχος, audio

el sonido, especialmente cuando se graba, transmite o reproduce digitalmente 
el audio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
audios
Παραδείγματα
El audio del video conferencia tenía eco. 

Ο ήχος της τηλεδιάσκεψης είχε ηχώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store