Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El búfer
01
ρυθμιστής, μνήμη ρυθμιστή
una memoria temporal que almacena datos durante una transmisión para evitar interrupciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
búferes
Παραδείγματα
Un búfer más grande requiere más memoria RAM.
Ένα μεγαλύτερο buffer απαιτεί περισσότερη μνήμη RAM.



























