Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bóveda
01
θόλος, θησαυροφυλάκιο
una estructura arqueada de mampostería para cubrir un espacio entre muros o pilares
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bóvedas
Παραδείγματα
La bóveda de cañón cubre la nave de la iglesia románica.
Η θόλος του βαρελιού καλύπτει το κλίτος της ρομανικής εκκλησίας.
02
una cavidad natural subterránea, especialmente referido a su techo abovedado
Παραδείγματα
La bóveda de la gruta estaba cubierta de estalactitas.
03
κρύπτη, υπόγειο ταφικό δωμάτιο
una cámara subterránea, usualmente en una iglesia, utilizada para enterramientos
Παραδείγματα
La bóveda familiar se encuentra bajo el suelo de la capilla.
Η οικογενειακή κρύπτη βρίσκεται κάτω από το δάπεδο του παρεκκλησίου.



























