Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viral
01
ιός
que se difunde de forma masiva y rápida a través de internet o redes sociales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más viral
συγκριτικός βαθμός
más viral
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
viral
αρσενικό πληθυντικό
virales
θηλυκό ενικό
viral
θηλυκό πληθυντικό
virales
Παραδείγματα
A veces es imposible predecir qué contenido se hará viral.
Μερικές φορές είναι αδύνατο να προβλεφθεί ποιο περιεχόμενο θα γίνει ιό.
Λεξικό Δέντρο
antiviral
viral



























