premium
prem
ˈpɾem
πρεμ
ium
jum
γουμ

Ορισμός και σημασία του "premium"στα ισπανικά

01

πρεμιέρα

un servicio de mayor calidad o con características exclusivas, que generalmente requiere un pago adicional 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más premium
συγκριτικός βαθμός
más premium
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
premium
αρσενικό πληθυντικό
premium
θηλυκό ενικό
premium
θηλυκό πληθυντικό
premium
θεματικό πεδίο
servicios, calidad, comercialización
Παραδείγματα
Me suscribí a la versión premium de la app para quitar los anuncios. 

Εγγράφηκα στην premium έκδοση της εφαρμογής για να αφαιρέσω τις διαφημίσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store