el seguidores
se
se
se
gui
ɣi
ghi
do
ˈðo
dho
res
ɾes
res

Ορισμός και σημασία του "seguidores"στα ισπανικά

01

τα άτομα που ακολουθούν τον λογαριασμό ενός χρήστη στα κοινωνικά δίκτυα

las personas que siguen la cuenta de un usuario en redes sociales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
seguidores
Παραδείγματα
La influencer ganó miles de seguidores después de que su video se hiciera viral. 

Η influencer κέρδισε χιλιάδες ακόλουθους αφού το βίντεό της έγινε viral.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store