Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El seguidores
01
τα άτομα που ακολουθούν τον λογαριασμό ενός χρήστη στα κοινωνικά δίκτυα
las personas que siguen la cuenta de un usuario en redes sociales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
seguidores
Παραδείγματα
La influencer ganó miles de seguidores después de que su video se hiciera viral.
Η influencer κέρδισε χιλιάδες ακόλουθους αφού το βίντεό της έγινε viral.



























