Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seductor
01
γοητευτικός, συναρπαστικός
una cualidad que atrae, fascina y despierta deseo de una manera irresistible y a veces peligrosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más seductor
συγκριτικός βαθμός
más seductor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
seductor
αρσενικό πληθυντικό
seductores
θηλυκό ενικό
seductora
θηλυκό πληθυντικό
seductoras
Παραδείγματα
Tenía una sonrisa seductora que resultaba irresistible.
Είχε ένα γοητευτικό χαμόγελο που ήταν ακαταμάχητο.



























